σανιδοειδής

-ές, Ν
όμοιος με σανίδα, ιδίως ως προς το σχήμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σανίδα + -ειδής*. Ο τ. σανιδοειδῆ (εἰδώλια) μαρτυρείται από το 1896 στο περιοδικό Αρχαιολογική Εφημερίς Αθηνών].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σανιδοειδής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, αυτός που μοιάζει με σανίδα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -ειδής — ές (είδος*) β συνθετικό επιθέτων και απλή παραγωγική κατάληξη, που δηλώνει ότι το ουσιαστικό το οποίο προσδιορίζεται από το επίθετο έχει τη μορφή που δηλώνει το α συνθετικό. Εμφανίζεται σε μεγάλο αριθμό σύνθετων λέξεων στη Νέα Ελληνική, έναντι… …   Dictionary of Greek

  • σανιδώδης — ες / σανιδώδης, ῶδες, ΝΑ [σανίς, ίδος] όμοιος με σανίδα, ιδίως ως προς το σχήμα, αυτός που είναι πλατύς σαν σανίδα, σανιδοειδής …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.